Υπάρχουν παραστάσεις που τις παρακολουθείς. Και υπάρχουν παραστάσεις που τις αφήνεις να σε παρασύρουν. Το "Του Αγοριού Απέναντι" των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, δίδυμο που λατρεύω σε κάθε του δουλειά, στο Άλσος ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Είναι ένα έργο που δεν κρύβει ποτέ τις προθέσεις του. Δεν επιχειρεί να ανακαλύψει τον τροχό, ούτε να επαναπροσδιορίσει το ελληνικό μιούζικαλ. Θέλει να σε μεταφέρει σε μια πιο αθώα εποχή, σε ένα ελληνικό καλοκαίρι που μυρίζει γιασεμί, έρωτα και κινηματογραφική νοσταλγία. Και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει.
Η μεγάλη έκπληξη λέγεται Κατερίνα Ζαρίφη

Η μεγαλύτερη έκπληξη της βραδιάς ακούει στο όνομα Κατερίνα Ζαρίφη. Και το γράφω χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί εδώ δεν βλέπουμε την τηλεοπτική περσόνα που όλοι γνωρίζουμε, δεν βλέπουμε τη Ζαρίφη των πάνελ και των τηλεοπτικών ατακών. Βλέπουμε μια πραγματική ηθοποιό που ξέρει πώς να σταθεί στη σκηνή, πώς να χτίσει χαρακτήρα και κυρίως πώς να υπηρετήσει ένα σύνολο χωρίς να αναζητά διαρκώς το εύκολο χειροκρότημα. Είναι ίσως η στιγμή που πολλοί θα αναθεωρήσουν όσα θεωρούσαν δεδομένα γι' αυτήν.

Αντίστοιχα ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και ο Γιώργος Λιβάνης. Στην πρώτη του θεατρική εμφάνιση δείχνει πως διαθέτει κάτι που δεν διδάσκεται εύκολα: σκηνική αλήθεια. Δεν προσπαθεί να γίνει ηθοποιός, δεν μιμείται τους ηθοποιούς. Παραμένει ο εαυτός του και αυτό λειτουργεί υπέρ του. Αβίαστα όμορφος, ταλαντούχος για να αναμετρηθεί με τα μουσικά μεγαθήρια του Πλέσσα, αποδεικνύει πως διαθέτει τη στόφα του λαϊκού τροβαδούρου, εκείνου του ερμηνευτή που κουβαλά μια αυθεντική λαϊκή γοητεία χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Και το κοινό το αναγνωρίζει αμέσως.
Ένα καστ που μοιάζει βγαλμένο από τη Φίνος Φιλμ

Ο Αλέξης Γεωργούλης κουβαλά αναπόφευκτα μαζί του ένα τηλεοπτικό legacy που ελάχιστοι ηθοποιοί της γενιάς του διαθέτουν. Και το "Είσαι το Ταίρι μου" εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ του ακόμη και σήμερα. Υπάρχει κάτι από παλιό σταρ του ελληνικού κινηματογράφου στην παρουσία του. Σαν μια σύγχρονη εκδοχή του Φαίδωνα Γεωργίτση, με την ίδια ανεπιτήδευτη γοητεία, το ίδιο χαλαρό εκτόπισμα και την ικανότητα να τραβά το βλέμμα χωρίς να το διεκδικεί με θόρυβο.

Ο Λευτέρης Ελευθερίου, από την άλλη, είναι αυτό που λέμε "μηχανή γέλιου". Και δεν το πετυχαίνει μόνο με τις ατάκες του. Γελάς με το βλέμμα του, με το περπάτημά του, με μια παύση, με μια γκριμάτσα, με μια κίνηση του χεριού. Είναι από εκείνους τους σπάνιους κωμικούς που μοιάζουν να παράγουν γέλιο από κάθε πτυχή του σώματός τους. Ακόμη και όταν δεν μιλά, καταφέρνει να είναι αστείος. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη κωμικού ταλέντου.
Όσο για το δίδυμο Γιάννης Τσιμιτσέλης και Κατερίνα Γερονικολού, η χημεία τους είναι τόσο φυσική που σε ορισμένες στιγμές ξεχνάς πως βρίσκεσαι στο 2026. Θα μπορούσαν άνετα να έχουν ξεπηδήσει από κάποια χαμένη ελληνική ταινία του 1964. Είναι εκείνη η σπάνια ποιότητα των κινηματογραφικών ζευγαριών που δεν χρειάζονται μεγάλες δηλώσεις για να πείσουν ότι υπάρχει συναίσθημα.

Και κάπου εδώ οφείλω μια προσωπική εξομολόγηση.
Η Νίκη Λάμη εξακολουθεί να είναι το crush μου. Και το λέω με πλήρη επίγνωση ότι αυτό δεν είναι ακριβώς θεατρική κριτική. Όμως διαθέτει εκείνο το σπάνιο μείγμα κομψότητας, θηλυκότητας και σκηνικής λάμψης που δύσκολα περνά απαρατήρητο. Υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν έναν ρόλο. Και υπάρχουν ηθοποιοί που φωτίζουν τη σκηνή απλώς με την παρουσία τους. Και η Νίκη Λάμη εμένα με "έχει" από το πρώτο λεπτό.
Κάπου εκεί, στο ίδιο γήπεδο αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο, ανήκει και ο Μανώλης Κλωνάρης. Ο άνθρωπος που είναι, όπως θα έλεγαν και στα social media, "so hot right now". Και όχι άδικα. Καταφέρνει να είναι αβίαστα ζεν πρεμιέ χωρίς να χάνει ίχνος από το χιούμορ του. Και πιστέψτε με, θέλει αρκετό χιούμορ και αυτοσαρκασμό μόνο για να αναλάβει τον ρόλο αυτόν. Μόλις τον δείτε, θα το καταλάβετε. Είναι σέξι χωρίς να προσπαθεί να γίνει σέξι, γοητευτικός χωρίς να αυτοθαυμάζεται και κυρίως αρκετά έξυπνος ώστε να μη θυσιάζει την κωμωδία στον βωμό της εμφάνισης.

Από τις πιο δυνατές φωνητικές παρουσίες της παράστασης είναι αναμφίβολα η Σοφία Κουρτίδου. Ακόμη κι όταν το βλέμμα σου βρίσκεται αλλού, η φωνή της σε επαναφέρει στη σκηνή. Οι φωνητικές της δυνατότητες είναι εντυπωσιακές και αποδεικνύουν πως πρόκειται για μια performer που έχει πολύ περισσότερα να δώσει από όσα συνήθως της επιτρέπεται να δείξει.

Και μετά (αλλά και πάνω από όλους) υπάρχει η Ναταλία Δραγούμη. Επιλέγει να κινηθεί σε μια απολαυστικά υπερβολική γραμμή, δημιουργώντας μια περσόνα που ισορροπεί κάπου ανάμεσα στη μεγάλη ντίβα του ελληνικού κινηματογράφου και σε μια σχεδόν drag εκδοχή της. Είναι τόσο έντονη, τόσο φανταχτερή και τόσο συνειδητά larger than life, που σε ορισμένες στιγμές αναρωτιέσαι αν παρακολουθείς χαρακτήρα ή performance πάνω στην έννοια της performance. Και αυτό, ευτυχώς, το κάνει με αρκετή αυτογνωσία ώστε να μη γίνεται ποτέ ενοχλητικό.
Και τώρα, η ένστασή μου
Αν θα στεκόμουν σε κάτι που με ξένισε, αυτό αφορά ορισμένες παρεμβάσεις στους στίχους γνωστών τραγουδιών του Μίμη Πλέσσα. Κατανοώ την ανάγκη να υπηρετηθεί η πλοκή και η επιθεωρησιακή διάθεση της παράστασης, όμως σε αρκετές περιπτώσεις οι αλλαγές μοιάζουν περισσότερο με ευφυολογήματα της στιγμής παρά με δραματουργική ανάγκη. Μιλάμε για μεγαθήρια, μιλάμε για "κειμήλια" της ελληνικής δισκογραφίας. Ξέρω πως η παρέμβαση δεν έγινε με διάθεση να τα πειράξεις, αλλά να τα μεταφέρεις σε ένα θεατρικό πλαίσιο για να ακουστεί η μουσική του σπουδαίου αυτού μουσουργού. Μα ειναι άβολο ώρες ώρες.

Όμως δεν είναι μόνο το θέμα των στίχων. Τη στιγμή που ακούστηκε το "Άναψε, καινούργιο μου φεγγάρι" ως μουσική επένδυση σε σκηνή όπου οι ηρωίδες επιχειρούν να κάνουν μάγια στην παραλία για να ρίξουν τους γκόμενους του νησιού, ομολογώ πως κάπως χαλάστηκα. Μιλάμε για ένα από τα πιο εμβληματικά και φορτισμένα τραγούδια του ελληνικού ρεπερτορίου. Ίσως η λέξη "ιεροσυλία" να είναι υπερβολική. Ίσως όμως και όχι.
Παράτα μας, ρε Κωνσταντίνε. Έτσι το θέλαμε, έτσι το κάναμε, θα πει κάποιος. Δίκαιο έχει, σκάω.
Στον καθρέφτη με το "Δικό μας σινεμά"

Βέβαια, για όσους βρεθήκαμε στο ίδιο θέατρο το 2019 και είδαμε το εμβληματικό "Δικό μας Σινεμά", η σύγκριση είναι σχεδόν αδύνατο να αποφευχθεί. Τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά, η αισθητική συγγενής και η ατμόσφαιρα εξίσου βουτηγμένη στο χρυσό ελληνικό σινεμά. Μια σύγκριση που, αν είμαστε δίκαιοι, αδικεί το "Του Αγοριού Απέναντι". Όχι γιατί δεν αντέχει την αντιπαραβολή, αλλά γιατί το κοινό κουβαλά ακόμη στη μνήμη του ένα σχεδόν ιδανικό θεατρικό γεγονός.
Και, ας μην κρυβόμαστε, λείπει από τον φετινό θίασο ένα μέγεθος σταρ αντίστοιχο με εκείνο που προσέφερε τότε η παρουσία της Δέσποινας Βανδή.

Από την άλλη, το φετινό καστ διαθέτει κάτι διαφορετικό: μια ευχάριστη διάθεση να εκπλήξει. Στο τέλος της βραδιάς, το "Του Αγοριού Απέναντι" δεν είναι το νέο "Δικό μας Σινεμά". Και ίσως δεν χρειάζεται να είναι. Είναι μια διαφορετική γιορτή, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, διαφορετικές ισορροπίες και δική της προσωπικότητα.
Ένα "Άλσος" που επιμένει να ονειρεύεται
Εδώ αξίζει να γίνει μια ειδική αναφορά στους ανθρώπους που έχουν μετατρέψει το Άλσος σε σημείο αναφοράς του αθηναϊκού καλοκαιριού. Ο Ηλίας Μαροσούλης και ο Άγγελος Κοτταρίδης δεν επενδύουν απλώς σε παραστάσεις, αλλά συστηματικά σε μια ολόκληρη φιλοσοφία θεάματος.

Σε μια εποχή που πολλοί παραγωγοί αναζητούν τη λύση της ασφάλειας και του ελάχιστου ρίσκου, εκείνοι επιμένουν να στήνουν μεγάλες μουσικοθεατρικές παραγωγές με πολυπληθείς θιάσους, ζωντανή ενέργεια και υψηλές απαιτήσεις. Κάθε καλοκαίρι το Άλσος δεν φιλοξενεί απλώς μια παράσταση, δημιουργεί ένα γεγονός. Και αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε εύκολο. Είναι αποτέλεσμα επιμονής, επένδυσης και μιας σπάνιας πίστης ότι το ελληνικό κοινό εξακολουθεί να θέλει να βλέπει μεγάλα θεάματα φτιαγμένα με φροντίδα και μεράκι, αλλά κυρίως με θεματικές που το αφορούν.
Ανεξάρτητα από τις συγκρίσεις, τις ενστάσεις ή τις προτιμήσεις του καθενός, το "Του Αγοριού Απέναντι" έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα παραγωγών που έχουν πλέον δώσει στο Άλσος τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα. Και μόνο γι' αυτό αξίζει το χειροκρότημα.
Κυρίως όμως είναι μια παράσταση που φεύγεις από το θέατρο έχοντας περάσει καλά. Και σε μια εποχή που πολλοί δημιουργοί μοιάζουν να ξεχνούν ότι το κοινό θέλει πρωτίστως να συγκινηθεί και να διασκεδάσει, αυτό δεν είναι καθόλου μικρό επίτευγμα. Είναι, τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία.

Σε κάθε περίπτωση, τα social media μου για κουβεντούλα, ιδέες και προτάσεις είναι στη διάθεσή σας.
http://instagram.com/sirconstantino
https://www.facebook.com/constantinos.antonatos
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις από την εγχώρια και διεθνή showbiz στο yupiii.gr