Αξίζει τέτοιος εγκλωβισμός στην Άννα Βίσση;

Ο θρίαμβος στο ΟΑΚΑ θα έπρεπε να είναι η απόλυτη δικαίωση μιας καριέρας 50 και πλέον ετών. Κι όμως, η Άννα Βίσση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή αβεβαιότητα για το καλλιτεχνικό της μέλλον. Ο Κωνσταντίνος Αντωνάτος γράφει για το διαζύγιο Βίσση - Καρβέλα, την τεράστια επαγγελματική παρακαταθήκη τους και το παράδοξο μιας σταρ που, στην κορυφαία στιγμή της, ενδέχεται να χρειαστεί να παλέψει για το ίδιο της το ρεπερτόριο.

ΓΡΑΦΕΙ: YUPIII TEAM

Παρατηρούσα πριν λίγες ώρες την ανάρτηση της Άννας Βίσση για το ΟΑΚΑ και πραγματικά ένιωθα πως αυτή η γυναίκα, με τη σπουδαία πορεία της, τις αμέτρητες επιτυχίες και μια καριέρα που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα στενά όρια της ελληνικής δισκογραφίας, δεν χάρηκε καθόλου την κορυφαία στιγμή της καριέρας της μέχρι σήμερα. Να είσαι η Άννα Βίσση, να έχεις απέναντί σου πάνω από 90 χιλιάδες θεατές που βρίσκονται εκεί για σένα. Να έχεις καταφέρει κάτι που πριν από μερικά χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο για την εγχώρια μουσική βιομηχανία. Και εσύ, αντί να απολαμβάνεις τον θρίαμβο, να βιώνεις μια από τις πιο δύσκολες επαγγελματικές στιγμές της πορείας σου. Ούτε ο Θεός ούτε ο διάολος δεν το θέλει αυτό. Και, κυρίως, δεν το αξίζει μια καλλιτέχνιδα που έχει περάσει περισσότερα από πενήντα χρόνια της ζωής της χτίζοντας αυτό που σήμερα ονομάζουμε "φαινόμενο Άννα Βίσση".

Οι ημέρες πέρασαν, το θέμα είτε ξεφούσκωσε είτε μαζεύτηκε. Και σκεφτόμουν, τελικά τι έμεινε από όλο αυτό; Μια εγκλωβισμένη Άννα Βίσση, καταδικασμένη στο mute μέχρι να φθάσουν σε μια συμφωνία ή μια δικαστική αντιδικία για το μέλλον του κοινού τους καλλιτεχνικού έργου. Και ένα τεράστιο κοινό να αναρωτιέται, και τώρα τι θα γίνει; Γιατί όσο κι αν προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε την ιστορία ως μια ακόμη διαφωνία δύο ανθρώπων που συνεργάστηκαν επί δεκαετίες, εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική ιδιαιτερότητα. Η Άννα Βίσση και ο Νίκος Καρβέλας δεν υπήρξαν απλώς μια τραγουδίστρια και ένας συνθέτης. Υπήρξαν οι δύο όψεις ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά κεφάλαια της ελληνικής μουσικής. Και όταν αυτό το κεφάλαιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, το πρόβλημα ξεπερνά κατά πολύ τις προσωπικές τους σχέσεις.

Όταν το καλλιτεχνικο διαζυγιο γίνεται δημοσια υποθεση

Το καλλιτεχνικό διαζύγιο Βίσση - Καρβέλα δεν είναι κάτι που πέρασε από τα headlines ως γραφικότητα ή τυπική αντιδικία. Είναι κάτι που το συζητήσαμε όλοι. Κάποιος θα πει "άλλοι δεν έχουν να φάνε, ρε μάγκα". Ναι, δεν αντιλέγω. Έλα όμως που ο Έλληνας μασάει με κάτι τέτοια, τα κάνει πραγματικά ΜΕΓΑΛΑ, ενώ μπορεί με ένα έγκλημα, ένα σκάνδαλο ή μια καταδίκη να μείνει στην ακρούλα του και να κοιτάει να βυθίζεται ο Τιτανικός. Και δεν είναι απαραίτητα παράλογο να συμβαίνει αυτό. Γιατί η μουσική, σε αντίθεση με πολλά άλλα πράγματα που καταναλώνουμε καθημερινά, αποκτά μια περίεργη ιδιοκτησία πάνω στις αναμνήσεις μας. Τα τραγούδια της Βίσση δεν είναι απλώς ένα εμπορικό προϊόν που αγοράσαμε κάποτε. Είναι οι έρωτες, οι χωρισμοί, τα ξενύχτια, οι καλοκαιρινές διακοπές, οι προσωπικές μας ιστορίες. Κι όταν ακούς ότι το μέλλον αυτών των τραγουδιών μπορεί να γίνει αντικείμενο διαφωνίας, αισθάνεσαι κάπως σαν να μπαίνει υπό διαπραγμάτευση και ένα μικρό κομμάτι της δικής σου ζωής.

Από την άλλη, ας μην προσποιούμαστε ότι πρόκειται για μια ιστορία χωρίς οικονομικό αντικείμενο. Η μουσική βιομηχανία είναι μια επιχείρηση, τα τραγούδια έχουν δημιουργούς, δικαιώματα, συμβάσεις και οικονομική αξία. Ο Νίκος Καρβέλας δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπος που εμφανίστηκε ξαφνικά για να διεκδικήσει κάτι από την επιτυχία της Άννας Βίσση. Είναι ο δημιουργός ενός τεράστιου μέρους του ρεπερτορίου της, ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής της ταυτότητας. Και αυτό δεν μπορεί ούτε να παραγνωριστεί ούτε να διαγραφεί επειδή το κοινό αγαπά περισσότερο τη γυναίκα που βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Αλλά υπάρχει μια εξίσου μεγάλη αλήθεια: χωρίς τη Βίσση, πολλά από αυτά τα τραγούδια δεν θα είχαν αποκτήσει την ίδια ζωή. Δεν θα είχαν την ίδια απήχηση, την ίδια διάρκεια, την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Ο δημιουργός έγραψε τις επιτυχίες, αλλά η ερμηνεύτρια τις έκανε προσωπική υπόθεση εκατομμυρίων ανθρώπων.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η δική μου ένσταση. Δεν με ενδιαφέρει να αποδώσω δίκιο και άδικο σε μια διαφωνία της οποίας τις πραγματικές λεπτομέρειες δεν γνωρίζουμε. Ούτε να υποκαταστήσω τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους ή όποιον άλλον μπορεί να κληθεί να ξεμπερδέψει ένα ενδεχομένως εξαιρετικά σύνθετο καθεστώς δικαιωμάτων. Με ενδιαφέρει, όμως, η μεγάλη εικόνα. Και αυτή η εικόνα δείχνει μια καλλιτέχνιδα που βρίσκεται στην πιο ισχυρή φάση της δημόσιας παρουσίας της και, αντί να μπορεί να σχεδιάζει απερίσπαστη το επόμενο βήμα της, καλείται να διαχειριστεί μια αβεβαιότητα γύρω από το σημαντικότερο επαγγελματικό της κεφάλαιο. Γιατί το ρεπερτόριο της Άννας Βίσση δεν είναι μια λεπτομέρεια της καριέρας της. Είναι η ίδια της η καριέρα.

Η κορυφη, η χασουρα και το δικαίωμα στην επομενη μερα

Ναι, δεν υπάρχει κανένας - μα κανένας λόγος - η Άννα Βίσση αυτή τη στιγμή να πιεστεί για να τραγουδήσει ξανά. Ειδικά μετά τον θρίαμβο του ΟΑΚΑ. Αυτό σημαίνει πως έχει άπλετο χρόνο να διαχειριστεί αυτή την εξαιρετικά δυσάρεστη κρίση στην επαγγελματική και καλλιτεχνική της πορεία. Γιατί ΟΚ, καλά τα λόγια, αλλά στην πράξη, πέρα από μια αντιπαράθεση, υπάρχει και μια επαγγελματική χασούρα σημαντική. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα χρήματα που μπορεί να μη βγουν από μια συναυλία ή μια ενδεχόμενη νέα συνεργασία. Αναφέρομαι στη δυναμική που μπορεί να χαθεί όταν ένας καλλιτέχνης αναγκάζεται να ασχολείται περισσότερο με το παρελθόν του παρά με το μέλλον του. Η επιτυχία έχει και το δικό της timing. Δεν μπορείς να τη βάλεις στην κατάψυξη και να περιμένεις ότι θα τη βγάλεις από εκεί όποτε σε βολεύει, στην ίδια ακριβώς κατάσταση.

Αυτό που συνέβη στο ΟΑΚΑ δεν ήταν μια ακόμη μεγάλη συναυλία. Ήταν η απόδειξη ότι η Βίσση έχει καταφέρει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να μη ζει απλώς από τις επιτυχίες του παρελθόντος της, αλλά να τις μετατρέπει σε μια ολοκαίνουργια, σύγχρονη πολιτιστική εμπειρία. Να συγκεντρώνει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών μουσικών αναφορών και διαφορετικών εποχών κάτω από την ίδια σκηνή. Και να το κάνει όχι ως μια νοσταλγική φιγούρα που περιοδεύει για να θυμίσει τις παλιές καλές ημέρες, αλλά ως μια εν ενεργεία σταρ που εξακολουθεί να δημιουργεί γεγονότα. Αν υπάρχει μια στιγμή στην οποία θα έπρεπε να αισθάνεται απολύτως ελεύθερη να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια, είναι αυτή.

Αντί γι' αυτό, η συζήτηση μετατοπίστηκε από τον θρίαμβο στο παρασκήνιο. Από τη μουσική στις σχέσεις. Από το τι πέτυχε η Βίσση στο τι ενδέχεται να χάσει. Και κάπως έτσι, ένα γεγονός που θα έπρεπε να αποτελεί αποκλειστικά αντικείμενο πανηγυρισμού άρχισε να συνοδεύεται από ένα τεράστιο ερωτηματικό. Δεν ξέρω αν υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία για έναν καλλιτέχνη από το να φτάνει στην κορυφή και να πρέπει να ασχολείται με το αν θα μπορέσει να συνεχίσει να ανεβαίνει χρησιμοποιώντας τα ίδια του τα τραγούδια. Και δεν ξέρω αν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από το να αισθάνεται κάποιος ότι πρέπει να δώσει εξετάσεις για να διατηρήσει μια σχέση με το έργο που τον καθόρισε.

Βεβαίως, τα πνευματικά δικαιώματα δεν καθορίζονται από το συναίσθημα, ούτε η τεράστια επιτυχία μιας ερμηνεύτριας καταργεί τα δικαιώματα ενός δημιουργού. Αυτά είναι αυτονόητα και δεν χρειάζεται να τα διαπραγματευτούμε. Εκείνο, όμως, που επίσης δεν μπορούμε να αγνοήσουμε είναι ότι η καλλιτεχνική δημιουργία δεν λειτουργεί πάντα με τους ψυχρούς κανόνες ενός λογιστικού φύλλου. Υπάρχουν συνεργασίες που παράγουν κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των δύο πλευρών τους. Και η συνεργασία Βίσση - Καρβέλα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που διαθέτουμε στην ελληνική ποπ μουσική. Αν αυτή η σχέση ολοκληρώνεται, είναι απολύτως θεμιτό. Αν χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν επαγγελματικοί όροι και δικαιώματα, επίσης. Αλλά το να καταλήξει μια τόσο σπουδαία κοινή διαδρομή σε μια κατάσταση που περιορίζει το καλλιτεχνικό μέλλον της μίας πλευράς θα ήταν ένα εξαιρετικά θλιβερό φινάλε.

Και αναρωτιέμαι μοιραία, άξιζε στη Βίσση, σε μια γυναίκα με 50+ χρόνια καριέρας, να πρέπει να δώσει εξετάσεις ώστε να κρατήσει το δικό της ρεπερτόριο, δικό της; Όχι με την έννοια της νομικής ιδιοκτησίας, αλλά με την έννοια της καλλιτεχνικής ταυτότητας. Γιατί κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από τον Νίκο Καρβέλα τη δημιουργία αυτών των τραγουδιών, όπως κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει από την Άννα Βίσση το γεγονός ότι τα τραγούδησε, τα υπηρέτησε και τα κουβάλησε στην πλάτη της για δεκαετίες. Και όσο κι αν η μουσική βιομηχανία έχει τους δικούς της κανόνες, θα ήθελα να πιστεύω ότι υπάρχει ακόμη χώρος για κάτι που δεν αποτυπώνεται σε καμία σύμβαση: τον σεβασμό απέναντι σε όσα δύο άνθρωποι κατάφεραν μαζί.

Γιατί, τελικά, η Άννα Βίσση δεν έχει τίποτα άλλο να αποδείξει. Έχει ήδη κερδίσει το κοινό, τον χρόνο και την Ιστορία. Το μόνο που θα έπρεπε να την απασχολεί σήμερα είναι αν θέλει να συνεχίσει, πώς θέλει να συνεχίσει και με ποιους ανθρώπους θέλει να μοιραστεί το επόμενο κεφάλαιο της ζωής της. Όχι να αισθάνεται πως πρέπει να διαπραγματευτεί το δικαίωμα να παραμείνει η καλλιτέχνιδα που υπήρξε. Γιατί, αν φτάσαμε στο σημείο η Άννα Βίσση να χρειάζεται να παλέψει για να παραμείνει η Άννα Βίσση, τότε κάτι έχουμε καταλάβει πολύ λάθος για το τι σημαίνει καλλιτεχνική κληρονομιά.