Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε μία φορά. Στην ελληνική τηλεόραση, όμως, ο θάνατός του πρέπει καθημερινά να αποκτά και ένα καινούργιο επεισόδιο: ουσίες, γιατροί, συλλήψεις, προφυλακίσεις, πολιτικές ευθύνες, καταγγελίες και τηλεοπτικές δίκες. Η ενημέρωση είναι απαραίτητη. Η διερεύνηση επίσης. Πότε όμως ένα πραγματικό γεγονός παύει να είναι είδηση και μετατρέπεται σε τηλεοπτικό θρίλερ;
Θα ξεκινήσω από εμάς, γιατί διαφορετικά όλο αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Κι εμείς γράψαμε για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη. Πολύ. Ήταν άλλωστε ένα τεράστιο γεγονός και δημοσιογραφικά θα ήταν παράλογο να συμβεί κάτι τέτοιο και ένα μέσο που ασχολείται με την ελληνική showbiz να κάνει ότι δεν το είδε. Γράψαμε για τη ζωή του, τα τραγούδια του, τους ανθρώπους του, τις συνεργασίες του. Γράψαμε και για τις δύσκολες περιόδους του. Και ναι, προφανώς πρέπει να γραφτούν και τα σκοτάδια. Δεν έχω καμία διάθεση να συμμετάσχω σε εκείνη την περίεργη ελληνική παράδοση σύμφωνα με την οποία, μόλις κάποιος πεθάνει, πρέπει αυτομάτως να γίνει άγιος. Ο Μαζωνάκης ήταν ένας πραγματικός άνθρωπος. Είχε αντιφάσεις, αδυναμίες, δύσκολες περιόδους. Εφόσον υπάρχουν τεκμηριωμένες μαρτυρίες για όσα πέρασε, για τις μάχες που έδωσε με τον εαυτό του, είναι κομμάτια της ιστορίας του. Δεν θεωρώ κανιβαλισμό να ειπωθούν. Το πρόβλημά μου αρχίζει αλλού.
Απο τον θανατο στην "υποθεση Μαζωνακη"
Μέσα σε ελάχιστες ημέρες ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έπαψε να αντιμετωπίζεται απλώς ως ο αιφνίδιος θάνατος ενός τεράστιου καλλιτέχνη και απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά τηλεοπτικού θρίλερ. Υπήρξε πραγματική αστυνομική και δικαστική έρευνα, υπήρξαν κατηγορίες, απολογίες και αποφάσεις της Δικαιοσύνης και όλα αυτά, φυσικά, είναι ειδήσεις. Και μάλιστα πολύ σοβαρές. Το πρόβλημα είναι ότι η τηλεόραση δεν αρκείται πάντα στο να μεταδώσει την είδηση. Χρειάζεται να της δώσει δραματουργία. Κάπως έτσι αρχίζουν τα στρατόπεδα: ποιος φταίει, ποιος γνώριζε, ποιος δεν έκανε αυτό που έπρεπε, ποιος πρέπει να απολογηθεί, ποιος καλύπτει ποιον. Μέχρι που, αν παρακολουθείς αρκετές ώρες τηλεόραση, μπορεί να ξεχάσεις ότι υπάρχει μια θεσμική και δικαστική διαδικασία που έχει τους δικούς της κανόνες και να πιστέψεις ότι η υπόθεση έχει ήδη κριθεί στα τηλεοπτικά πάνελ.
Η τηλεοραση δεν είναι δικαστηριο
Να το ξεκαθαρίσω: οι καταγγελίες πρέπει να ερευνηθούν μέχρι τέλους. Αν έγιναν ιατρικά λάθη, πρέπει να αποδειχθούν. Αν υπήρξαν παραλείψεις, πρέπει να αποδοθούν οι ευθύνες εκεί όπου ανήκουν. Αν προκύπτουν ευρύτερα προβλήματα στον τρόπο λειτουργίας αντίστοιχων χώρων ή στους ελέγχους που ασκούν οι αρμόδιοι φορείς, προφανώς πρέπει να ανοίξει και αυτή η συζήτηση. Αυτό κάνει μια σοβαρή κοινωνία. Υπάρχει όμως ένας λόγος που έχουμε ανακριτές, εισαγγελείς, πραγματογνώμονες, ιατροδικαστές και δικαστήρια και δεν αποφασίζουμε για την ενοχή κάποιου με ψηφοφορία σε ένα τηλεοπτικό πάνελ. Η προσωρινή κράτηση δεν είναι καταδίκη. Η κατηγορία δεν είναι τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η δημοσιογραφική πληροφορία δεν είναι πραγματογνωμοσύνη. Και το γεγονός ότι δέκα άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι έχουν άποψη για μια ιατρική πράξη δεν τους μετατρέπει σε γιατρούς. Κι όμως, πολύ γρήγορα δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουμε ακριβώς τι συνέβη και, ακόμη χειρότερα, ότι πρέπει όλοι να έχουμε αποφασίσει ποιος ευθύνεται.
Και ξαφνικα ο θανατος εγινε πολιτικο ζητημα
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το επόμενο στάδιο: μια υπόθεση που ξεκίνησε από τον θάνατο ενός τραγουδιστή άρχισε σταδιακά να αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικού ζητήματος. Μπήκαν στο κάδρο θεσμοί, έλεγχοι, άδειες, προηγούμενες καταγγελίες, ευθύνες και το γνώριμο "ποιος ήξερε και πότε". Και προφανώς, αν από την έρευνα προκύψει θεσμική ή πολιτική ευθύνη, αυτή πρέπει να ερευνηθεί και να συζητηθεί. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα σε αυτό. Υπάρχει όμως τεράστια απόσταση ανάμεσα στο "ερευνώ αν το κράτος και οι αρμόδιοι φορείς έκαναν σωστά τη δουλειά τους" και στο να μετατρέπεται κάθε καινούργια πληροφορία σε ακόμη ένα επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεν χρειάζεται κάθε τραγωδία να αποκτήσει αυτομάτως κυβέρνηση, αντιπολίτευση, στρατόπεδα και τηλεοπτικούς εισαγγελείς για να θεωρηθεί σημαντική. Μερικές φορές η σοβαρότητα βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στο να περιμένεις να μάθεις τι πραγματικά συνέβη.
Η τηλεοραση δεν αντεχει το "δεν ξερουμε ακομη"
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η πραγματική παθογένεια. Η τηλεόραση δεν αντέχει το κενό. Δεν μπορεί εύκολα να πει "αυτά γνωρίζουμε σήμερα, για τα υπόλοιπα περιμένουμε". Γιατί αύριο έχει πάλι εκπομπή και πρέπει να υπάρχει κάτι καινούργιο. Έτσι μια υπόθεση αποκτά επεισόδια. Κάθε ημέρα χρειάζεται μία νέα αποκάλυψη, μία νέα μαρτυρία, ένα νέο έγγραφο, μία νέα καταγγελία, έναν καινούργιο πρωταγωνιστή. Και αν δεν υπάρχει κάτι αρκετά μεγάλο, θα δημιουργηθεί τουλάχιστον η αίσθηση ότι υπάρχει. Δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί κάτι ψευδές. Αρκεί η δραματοποίηση. Η μουσική. Το super. Το "νέα βόμβα". Το "ανατροπή στην υπόθεση". Η συζήτηση επί συζητήσεως μιας πληροφορίας που μπορεί να χωρούσε σε τρεις προτάσεις. Έτσι όμως ο θάνατος ενός ανθρώπου μετατρέπεται σιγά σιγά σε content franchise. Κι αυτό είναι που με ενοχλεί.
Δεν πιστεύω ότι σεβασμός στον Μαζωνάκη σημαίνει να παρουσιάσουμε μια εξωραϊσμένη εκδοχή της ζωής του ή να αποφασίσουμε ότι επειδή ένας άνθρωπος πέθανε δεν επιτρέπεται πλέον να ερευνηθεί τίποτα γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του. Το ακριβώς αντίθετο. Αν υπάρχουν ευθύνες για τον θάνατό του, ο πραγματικός σεβασμός είναι να αποκαλυφθούν. Από εκείνους όμως που έχουν τα στοιχεία για να το κάνουν. Όχι από εμάς που παρακολουθούμε πέντε αποσπάσματα, ακούμε τρεις μαρτυρίες και μέχρι το επόμενο διαφημιστικό διάλειμμα έχουμε ήδη αποφασίσει τι συνέβη. Γιατί τότε δεν υπηρετούμε την αλήθεια. Υπηρετούμε την ανάγκη μας για μια καλή ιστορία. Και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη παγίδα της τηλεοπτικής κάλυψης: κάποια στιγμή παύεις να αναζητάς την αλήθεια και αρχίζεις να αναζητάς το επόμενο επεισόδιο.
Όσο μεγαλωνει η "υποθεση Μαζωνακη", τοσο μικραίνει ο ίδιος
Το πιο παράδοξο είναι ότι όσο μεγαλώνει η "υπόθεση Μαζωνάκη", τόσο μικραίνει μέσα της ο ίδιος ο Μαζωνάκης. Ένας άνθρωπος που για περισσότερα από τριάντα χρόνια έχτισε μια εντελώς προσωπική καλλιτεχνική ταυτότητα κινδυνεύει να μείνει στη συλλογική μνήμη των τελευταίων ημερών ως μια δικογραφία: γιατροί, ουσίες, καταθέσεις, δικηγόροι, ιατροδικαστές, πολιτικές αντιπαραθέσεις. Κι όμως μιλάμε για τον τύπο που πήρε το λαϊκό τραγούδι και του φόρεσε ό,τι κανείς άλλος δεν θα τολμούσε να του φορέσει. Που έκανε την υπερβολή αισθητική. Που έπαιξε με το camp, τη μόδα και την εικόνα του χωρίς να ζητά άδεια από κανέναν. Που μπορούσες να ακούσεις δύο δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι και να ξέρεις ποιος τραγουδάει. Δεν ζητώ να ξεχάσουμε τον τρόπο που πέθανε για να θυμόμαστε μόνο τον τρόπο που έζησε. Ζητώ να μη συμβεί το αντίθετο.
Αφηστε τον επιτελους να πεθανει
Η τηλεόραση δεν χρειάζεται να σταματήσει να ερευνά. Χρειάζεται να θυμηθεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: να περιμένει. Να μπορεί να πει "δεν ξέρουμε ακόμη". Να αφήσει τη Δικαιοσύνη, τους πραγματογνώμονες και τους αρμόδιους θεσμούς να κάνουν τη δουλειά τους και, όταν υπάρχουν στοιχεία, εδώ είμαστε να τα συζητήσουμε. Όλα. Ακόμη και τα δυσάρεστα. Αυτό λέγεται δημοσιογραφία. Το να χρειάζεται όμως κάθε πρωί ένας καινούργιος ένοχος, μια καινούργια "βόμβα", μια καινούργια πολιτική προέκταση και μια καινούργια πράξη στο δράμα, λέγεται κάτι άλλο. Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν χρειάζεται να γίνει άγιος. Δεν χρειάζεται να κρύψουμε τις αδυναμίες του ούτε τα σκοτάδια του. Δεν χρειάζεται καν να σταματήσουμε να μιλάμε για τον θάνατό του. Χρειάζεται απλώς να του επιτρέψουμε κάποια στιγμή να είναι νεκρός και όχι ο πρωταγωνιστής του πιο επιτυχημένου καθημερινού σίριαλ της σεζόν. Γιατί ο Μαζωνάκης πέθανε μία φορά. Δεν είναι ανάγκη να τον σκοτώνουμε ξανά κάθε πρωί στις 10:15, λίγο πριν από τις διαφημίσεις.
Σε κάθε περίπτωση, τα social media μου για κουβεντούλα, ιδέες και προτάσεις είναι στη διάθεσή σας.