300.000 θεατές για τον Ρέμο, μια λαοθάλασσα για τον Μαζωνάκη: Το λαϊκό δεν χρειάστηκε ποτέ την άδεια κανενός

Ο Κωνσταντίνος Αντωνάτος γράφει για δύο εικόνες που διαδέχθηκαν η μία την άλλη μέσα σε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό 48ωρο. Δύο εντελώς διαφορετικές στιγμές που έδωσαν την ίδια απάντηση σε όσους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την πίστα, τα μπουζούκια και τη λαϊκή υπερβολή σαν πολιτισμό δεύτερης κατηγορίας.

ΓΡΑΦΕΙ: YUPIII TEAM

Ήμουν στη Θεσσαλονίκη το βράδυ που ο Αντώνης Ρέμος γιόρτασε τα 30 χρόνια του στο τραγούδι και αυτό που συνέβαινε γύρω μου ήταν πολύ μεγαλύτερο από μία συναυλία. Ήταν μια πόλη που έμοιαζε να έχει παραδοθεί σε έναν τραγουδιστή, με σχεδόν 300.000 ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών κόσμων και διαφορετικών κοινωνικών καταβολών να βρίσκονται εκεί και να τραγουδούν τραγούδια που τους συνόδευσαν σε τρεις δεκαετίες ζωής. Κανείς τους δεν χρειαζόταν κάποιον κριτικό να του εξηγήσει αν αυτό που αγαπά διαθέτει αρκετή καλλιτεχνική αξία, κανείς δεν είχε έρθει για να περάσει εξετάσεις αισθητικής και κανείς δεν ενδιαφερόταν αν η μουσική που τραγουδούσε με όλη του τη δύναμη πληρούσε τις προϋποθέσεις κάποιου αόρατου πολιτιστικού savoir vivre. Είχαν έρθει για τον Ρέμο. Και αυτό τους ήταν αρκετό.

Ένας Ρεμος πικραμενος και 300.000 ανθρωποι "ασπίδα" του

Ο Αντώνης Ρέμος, άλλωστε, ανέβηκε σε εκείνη τη σκηνή κουβαλώντας κάτι πολύ περισσότερο από το βάρος μιας επετειακής βραδιάς. Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη είχε μεσολαβήσει και πάνω του είχε ξεσπάσει μια σκληρή επίθεση για το γεγονός ότι η συναυλία θα πραγματοποιούνταν κανονικά, σε ένα κλίμα που κάποιες στιγμές έμοιαζε να ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της κριτικής και να φτάνει σχεδόν μέχρι την ενοχοποίηση όσων θα επέλεγαν να βρεθούν εκεί. Ο ίδιος εμφανίστηκε πικραμένος, σχεδόν "κουρασμένος" από τις βολές, έχοντας απέναντί του όχι μόνο την ανάγκη να γιορτάσει 30 χρόνια καριέρας αλλά και το πένθος για έναν εξίσου κορυφαίο συνάδελφό του. Και ο κόσμος; Ο κόσμος ήταν εκεί. Σχεδόν ηρωικά, θα τολμήσω να πω, αγνοώντας τον θόρυβο, τις υποδείξεις και εκείνο το ιδιότυπο δικαστήριο των social media που είχε αρχίσει να αποφασίζει ακόμη και ποιος δικαιούται να πάει σε μια συναυλία και ποιος οφείλει να αισθάνεται ένοχος επειδή πήγε.

Γιατί ο Ρέμος εδώ και χρόνια δεν αντιμετωπίζεται από τους haters απλώς ως ο Αντώνης Ρέμος. Έχει καταλήξει να εκπροσωπεί, σχεδόν χωρίς να το επιλέξει, μια ολόκληρη γενιά της μεγάλης ελληνικής πίστας και γι' αυτό έχει γίνει το κόκκινο πανί πάνω στο οποίο χρεώνονται όλα: όσα έκανε, όσα δεν έκανε, όσα είπε, όσα δεν είπε, όσα συμβολίζει και, ενίοτε, όσα κάποιοι έχουν απλώς αποφασίσει ότι συμβολίζει. Είναι εύκολο να φτιάξεις έναν "ένοχο" όταν πρώτα τον έχεις μετατρέψει σε σύμβολο όλων όσων σνομπάρεις. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα ανθρωποφαγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παύεις να βλέπεις τον άνθρωπο και βλέπεις μόνο τον στόχο: έναν τραγουδιστή που εκείνο το βράδυ καλούνταν ταυτόχρονα να γιορτάσει τρεις δεκαετίες ζωής και καριέρας και να διαχειριστεί την απώλεια ενός συναδέλφου με τον οποίο μοιράστηκε την ίδια εποχή, τις ίδιες πίστες και ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορίας του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού. Κι όμως, ακόμη και το πώς θα πενθήσει έμοιαζε να πρέπει να περάσει από δημόσια έγκριση. Ίσως τελικά αυτό να είναι και η πιο χαρακτηριστική απόδειξη του προβλήματος για το οποίο γράφω: δεν αρκεί πια σε κάποιους να αποφασίζουν ποια μουσική είναι αρκετά καλή. Θέλουν να αποφασίζουν και ποιος έχει δικαίωμα να την ακούσει, πότε έχει δικαίωμα να τη γιορτάσει και με ποιον τρόπο οφείλει να πενθήσει εκείνους που την υπηρέτησαν.

Μόλις μία ημέρα αργότερα, μια εντελώς διαφορετική εικόνα έλεγε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Στην αγρυπνία και στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη ο κόσμος έγινε λαοθάλασσα, μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε η χαρά της συναυλίας, ούτε η προσμονή για το επόμενο τραγούδι. Υπήρχαν δάκρυα, λουλούδια και άνθρωποι που περίμεναν για να περάσουν για λίγα δευτερόλεπτα από μπροστά του, αποχαιρετώντας κάποιον που οι περισσότεροι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ προσωπικά και παρ' όλα αυτά αισθάνονταν ότι γνώριζαν μια ολόκληρη ζωή. Μέσα σε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό 48ωρο, λοιπόν, είδαμε τις δύο ακραίες εκδοχές της ίδιας σχέσης: στη Θεσσαλονίκη πήγαν για να τραγουδήσουν μαζί με τον Ρέμο και μία ημέρα μετά πήγαν για να κλάψουν τον Μαζωνάκη. Στην πραγματικότητα, πήγαν για τον ίδιο λόγο. Γιατί αυτοί οι δύο άνθρωποι είχαν τραγουδήσει για εκείνους.

Το μπουζουκι εξακολουθεί να χαλαει το savoir vivre καποιων

Υπάρχει ένα παράξενο ελληνικό κόμπλεξ με το λαϊκό τραγούδι και κυρίως με οτιδήποτε θυμίζει την αισθητική της μεγάλης λαϊκής πίστας. Ένας πολιτιστικός σνομπισμός που μπορεί να αλλάζει λεξιλόγιο ανάλογα με την εποχή, αλλά καταφέρνει πάντα να επιβιώνει. Δεν χρειάζεται πια να στηθεί η παλιά, βαρετή διαμάχη "έντεχνο εναντίον λαϊκού", ούτε με ενδιαφέρει να την αναστήσω. Σήμερα ο σνομπισμός είναι πολύ πιο καλοντυμένος. Μιλάει για aesthetics, concepts, artistic value, relevance και sophistication, έχει Instagram, γνωρίζει τις τελευταίες συλλογές των designers, ξέρει τι συνέβη χθες στο Παρίσι, στο Μιλάνο και στη Νέα Υόρκη και μπορεί να αναλύσει επί ώρες το visual identity ενός ξένου pop star. Μόνο που κάπου ανάμεσα στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη εξακολουθεί, με αξιοθαύμαστη συνέπεια, να χάνει την έξοδο για την Ιερά Οδό.

Για ένα κομμάτι αυτής της σύγχρονης, δήθεν αλάνθαστης αισθητικής αστυνομίας, η ελληνική πίστα εξακολουθεί να κουβαλά σχεδόν εκ γενετής την υποψία του "δεύτερου". Μπορεί ένα show να έχει κοστίσει μια περιουσία, να έχει σχεδιαστεί μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, τα κοστούμια να φέρουν υπογραφές ανθρώπων που λατρεύουν τα μεγαλύτερα fashion περιοδικά του κόσμου και πίσω από το αποτέλεσμα να υπάρχουν σκηνικά, visuals, χορογραφίες, φωτισμοί και art direction διεθνών προδιαγραφών. Αν όμως μέσα σε όλο αυτό ακουστεί ένα μπουζούκι, πάντα θα βρεθεί κάποιος έτοιμος να τραβήξει από το συρτάρι τη μαγική λέξη που στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε για δεκαετίες ώστε να τελειώνει κάθε συζήτηση: "σκυλάδικο".

Η Lady Gaga κανει performance art, η λαϊκη τραγουδίστρια "σκυλαδικο"

Και κάπου εδώ το πράγμα αρχίζει να γίνεται πραγματικά αστείο. Μια διεθνής pop star μπορεί να εμφανιστεί με στρας από την κορυφή μέχρι τα νύχια, κορμάκι, γόβες δεκαπέντε πόντων, extensions μέχρι τη μέση και ένα σκηνικό που χρειάζεται γερανό για να στηθεί και θα μιλήσουμε –πολύ σωστά– για spectacle. Η Madonna μπορεί να κάνει την υπερβολή ολόκληρη θρησκεία, η Lady Gaga να μετατρέψει το camp σε performance art και η Beyoncé να εμφανιστεί σαν χρυσό άγαλμα για να αναλύουμε επί τρεις ημέρες το cultural significance του look. Όταν όμως μια Ελληνίδα super star της πίστας τολμήσει να είναι ακριβώς αυτό που είναι, δηλαδή super star, εμφανίζονται ξαφνικά οι επιθεωρητές αισθητικής για να μας ενημερώσουν ότι είναι "πολύ", "κιτς", "λαϊκή", "μπουζούκια". Λες και το στρας αποκτά διαφορετική χημική σύσταση μόλις περάσει την πόρτα ενός νυχτερινού κέντρου.

Υπάρχουν, δυστυχώς, και οι συμπλεγματικοί κριτές που επιμένουν να εξευτελίζουν μια γυναίκα της πίστας για τις ενδυματολογικές επιλογές της, το σώμα της, την υπερβολή της, το ντεκολτέ ή το μαλλί της, παριστάνοντας τους αδέκαστους θεματοφύλακες του καλού γούστου απέναντι σε γυναίκες που πολλές φορές είναι ντυμένες από τους διασημότερους designers, διαθέτουν γκαρνταρόμπες που κοστίζουν όσο ένα διαμέρισμα και έχουν δημιουργήσει μια εικόνα που αναγνωρίζει ολόκληρη η χώρα. Και ναι, υπάρχει κάτι εξαιρετικά κωμικό στο να βλέπεις ανθρώπους που θα πέθαιναν για τις αναλογίες, την γκαρνταρόμπα, την αναγνωρισιμότητα και το hype εκείνων που λοιδορούν να μεταμορφώνονται, από την ασφάλεια μιας καρέκλας, σε Anna Wintour της εθνικής οδού. Φυσικά και υπάρχει κακό γούστο στην πίστα, όπως υπάρχουν κακά ρούχα, αποτυχημένα concepts, φτηνές απομιμήσεις και υπερβολές που δεν λειτουργούν σε κάθε μορφή show business. Να τα κρίνουμε επειδή είναι κακά, λοιπόν. Όχι επειδή είναι λαϊκά. Γιατί διαφορετικά δεν μιλάμε για αισθητική κρίση αλλά για προκατάληψη.

Δεν σας ενοχλεί η υπερβολη. Σας ενοχλεί ποιος την κανει

Και ίσως εδώ βρίσκεται ο πυρήνας ολόκληρης της ιστορίας. Δεν ενοχλεί πραγματικά η υπερβολή, γιατί αν ενοχλούσε θα έπρεπε να πετάξουμε στα σκουπίδια τη μισή παγκόσμια pop κουλτούρα. Η pop χτίστηκε πάνω στο μεγαλύτερο, στο λαμπερότερο, στο σεξουαλικότερο, στο ακριβότερο, στο "κοίτα με". Από τον Elvis και τη Cher μέχρι τη Madonna και την Gaga, η υπερβολή δεν υπήρξε ένα ατύχημα στην ιστορία του θεάματος αλλά συχνά μέρος της ίδιας της τέχνης του. Δεν σας ενοχλεί, λοιπόν, πάντα η υπερβολή. Σας ενοχλεί ποιος την κάνει και, ακόμη περισσότερο, για ποιο κοινό την κάνει.

Γιατί η ελληνική πίστα παραμένει βαθιά λαϊκή και χρησιμοποιώ εδώ τη λέξη "λαϊκή" με την πιο κυριολεκτική και όμορφη έννοιά της: είναι του λαού. Του ανθρώπου που δουλεύει όλη την εβδομάδα και θέλει το Σάββατο να βγει, να πιει, να ερωτευτεί, να χωρίσει, να πετάξει ένα λουλούδι, να σηκωθεί να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο ή να τραγουδήσει έναν στίχο λίγο πιο δυνατά επειδή εκείνο το βράδυ ο στίχος μιλάει ακριβώς γι' αυτόν. Αυτό το συναίσθημα κάποιοι δεν το συγχώρεσαν ποτέ στο λαϊκό, ακριβώς επειδή δεν είναι αποστειρωμένο και δεν είναι cool με τον τρόπο που αποφάσισαν εκείνοι ότι πρέπει να είναι το cool. Ιδρώνει, φωνάζει, πονάει, ερωτεύεται, ζηλεύει, μεθάει, υπερβάλλει και μερικές φορές κάνει και κακόγουστες επιλογές. Είναι, δηλαδή, ανθρώπινο. Και γι' αυτό επέζησε.

Ο Μαζωνακης ηταν fashion πριν καποιοι μαθουν τη λεξη

Και αν υπάρχει ένας καλλιτέχνης που αποδεικνύει πόσο παράλογη είναι αυτή η διάκριση, αυτός ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης. Έπαιξε με την εικόνα του σε εποχές που για έναν άνδρα λαϊκό τραγουδιστή κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, φλέρταρε με τη μόδα, το camp, την ανδρική σεξουαλικότητα, το styling, τη θεατρικότητα, την πρόκληση και τα κοστούμια, φόρεσε πράγματα που άλλοι δεν θα τολμούσαν ούτε να δοκιμάσουν μπροστά στον καθρέφτη τους και μετέτρεψε επανειλημμένα την εμφάνισή του σε μέρος της καλλιτεχνικής του αφήγησης. Κι όμως, επειδή όλα αυτά συνέβαιναν πάνω σε έναν άνθρωπο που τραγουδούσε λαϊκά και μέσα σε νυχτερινά κέντρα, υπήρχαν πάντα κάποιοι πρόθυμοι να τον κοιτάξουν αφ' υψηλού.

Αν ορισμένες από τις εικόνες που δημιούργησε ο Μαζωνάκης είχαν εμφανιστεί πάνω σε έναν alternative performer στο Βερολίνο, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα γράφονταν περισπούδαστα κείμενα για την αποδόμηση της αρρενωπότητας, το camp στοιχείο και τη ρευστότητα των fashion codes. Επειδή όμως εμφανίζονταν πάνω στον Μαζωνάκη στην αθηναϊκή νύχτα, ήταν πολύ πιο εύκολο να χαρακτηριστούν "γραφικές". Αυτό είναι το κόμπλεξ. Και δεν ήταν ποτέ του Μαζωνάκη.

Το λαϊκο δεν υπηρξε ποτε αρκετα cool για τους cool. Και λοιπον;

Το ωραιότερο με το λαϊκό είναι ότι τελικά δεν χρειάστηκε να κερδίσει καμία από αυτές τις μάχες. Δεν έγινε ξαφνικά αποδεκτό από όλους, δεν έπεισε κάθε δύσπιστο, δεν απέκτησε την καθολική επιδοκιμασία της πολιτιστικής ελίτ ούτε χρειάστηκε να μπει ολόκληρο σε κάποιο μουσείο για να πάρει επιτέλους τη σφραγίδα της "υψηλής" τέχνης. Έκανε κάτι πολύ σημαντικότερο: έμεινε. Έμεινε στα αυτοκίνητα στις τέσσερις το πρωί, στους χωρισμούς, στα πρώτα φιλιά, στους γάμους, στις παρέες, στα ξενύχτια, στα τραπέζια, στα τραγούδια που βάζεις όταν είσαι μόνος και δεν θέλεις να το ξέρει κανείς, στον στίχο που κάποτε σου φάνηκε γελοία δραματικός μέχρι που ήρθε η ζωή και σου απέδειξε ότι τελικά δεν ήταν καθόλου. Αυτή η σχέση δεν αγοράζεται με κανένα art direction και, κυρίως, δεν απονέμεται από καμία επιτροπή.

Γι' αυτό και επιστρέφω στις δύο εικόνες με τις οποίες ξεκίνησα. Σχεδόν 300.000 άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη για τον Αντώνη Ρέμο και, μία ημέρα μετά, μια λαοθάλασσα για να αποχαιρετήσει τον Γιώργο Μαζωνάκη. Δεν είναι Spotify streams, followers ή ένα viral TikTok που μπορεί αύριο να έχει ξεχαστεί. Είναι άνθρωποι που σηκώθηκαν από τον καναπέ τους και πήγαν κάπου, στάθηκαν όρθιοι, περίμεναν, στριμώχτηκαν, τραγούδησαν ή έκλαψαν. Μπορείς να κατασκευάσεις hype για έξι μήνες, να αγοράσεις πανάκριβο styling, να στήσεις ένα εντυπωσιακό launch και να πείσεις ένα κομμάτι των media ότι κάποιος είναι το επόμενο μεγάλο πράγμα. Δεν μπορείς να πείσεις σχεδόν 300.000 ανθρώπους να θυμούνται τα τραγούδια σου τριάντα χρόνια μετά και δεν μπορείς να κατασκευάσεις επικοινωνιακά μια λαοθάλασσα που έρχεται να σε κλάψει. Αυτό ή το έχεις κερδίσει ή δεν το έχεις.

Τελικα, το "σκυλαδικο" εγινε η ζωη μας

Μπορεί λοιπόν όποιος θέλει να συνεχίσει να ειρωνεύεται τα μπουζούκια, να γελάει με τα λουλούδια, να σηκώνει το φρύδι στο στρας και να θεωρεί περισσότερο sophisticated μια ξένη pop star που κάνει ακριβώς την ίδια υπερβολή στα αγγλικά. Μπορεί επίσης να συνεχίσει να αποφασίζει από το ύψος της αισθητικής του αυτοπεποίθησης ποιο συναίσθημα είναι αρκετά εκλεπτυσμένο ώστε να δικαιούται να θεωρείται τέχνη. Ο κόσμος έχει ήδη αποφασίσει διαφορετικά και το αποφασίζει εδώ και δεκαετίες, γιατί στο τέλος η μουσική δεν είναι το ρούχο που φοράς για να αποδείξεις στους άλλους πόσο καλό γούστο έχεις. Είναι αυτό που μένει όταν βγάλεις όλα τα ρούχα της κοινωνικής σου ταυτότητας και μείνεις μόνος με εκείνο που πραγματικά αισθάνεσαι.

Μπορείς να αλλάξεις τις μόδες και τις πίστες, να αντικαταστήσεις τα CD με το Spotify, τα λουλούδια με τα stories και τις παλιές μαρκίζες με γιγαντιαία LED screens. Μπορείς ακόμη και να βαφτίσεις την ίδια υπερβολή "camp" όταν συμβαίνει στο εξωτερικό και "κιτς" όταν συμβαίνει στην Αθήνα, αν αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι περισσότερο sophisticated. Εκείνο που δεν μπορείς να αλλάξεις είναι η ανάγκη του ανθρώπου να βρει κάποιον να τραγουδήσει αυτό που ο ίδιος δεν μπορεί να πει. Ο Ρέμος το έκανε για εκατομμύρια ανθρώπους επί τριάντα χρόνια και ο Μαζωνάκης το έκανε σε ολόκληρη τη δική του διαδρομή. Γι' αυτό ο ένας είδε μια πόλη να πλημμυρίζει για να γιορτάσει μαζί του και, μόλις μία ημέρα αργότερα, ο άλλος έναν κόσμο να πλημμυρίζει τους δρόμους για να του πει αντίο.

Κάπου εκεί τελειώνει για μένα κάθε συζήτηση περί "υψηλού" και "χαμηλού". Το λαϊκό δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνει αποδεκτό, γιατί ήταν ήδη αγαπημένο. Και κυρίως, δεν χρειάστηκε ποτέ την άδεια κανενός.

Σε κάθε περίπτωση, τα social media μου για κουβεντούλα, ιδέες και προτάσεις είναι στη διάθεσή σας.

http://instagram.com/sirconstantino
https://www.facebook.com/constantinos.antonatos
https://x.com/SirConstantino