Υπήρξε μια εποχή που ο άνδρας λαϊκός τραγουδιστής είχε σχεδόν στολή. Κοστούμι, πουκάμισο, ίσως ένα δερμάτινο για τις πιο "ροκ" βραδιές, μαλλί προσεκτικά χτενισμένο και μια εικόνα αρκετά συγκεκριμένη ώστε να μην απειλεί ποτέ όσα θεωρούσαμε δεδομένα για την ανδρική παρουσία στην πίστα. Και μετά ήρθε ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Όχι απλώς για να φορέσει κάτι διαφορετικό. Ήρθε για να αλλάξει ολόκληρο το λεξιλόγιο της εικόνας του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιστή. Να αποδείξει ότι ένας άνδρας που τραγουδάει ζεϊμπέκικο μπορεί ταυτόχρονα να αγαπάει τη μόδα, να παίζει με τις αναλογίες, τα υφάσματα, τα χρώματα και το φύλο των ρούχων, να προκαλεί, να αυτοσαρκάζεται, να γίνεται fashion statement και, στο επόμενο λεπτό, να λέει ένα βαρύ λαϊκό τραγούδι και να κάνει ένα ολόκληρο μαγαζί να σηκώσει τα χέρια ψηλά.
Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο στιλιστικό επίτευγμα του Μαζωνάκη: δεν αντάλλαξε ποτέ τη λαϊκότητά του με την εκκεντρικότητα. Τα έκανε να συνυπάρχουν.
Δεν ντυνοταν απλως – εχτιζε χαρακτηρες
Στην περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη η μόδα δεν λειτούργησε ποτέ ως περιτύλιγμα. Δεν ήταν "τι θα φορέσουμε απόψε στην πίστα;". Κάθε εμφάνιση μπορούσε να είναι ένας διαφορετικός χαρακτήρας. Ένα τεράστιο πανωφόρι, ένα κοστούμι με απροσδόκητη γραμμή, γυαλιά που έμοιαζαν βγαλμένα από editorial, έντονα prints, γούνες, διαφάνειες, φούστες, oversized σιλουέτες, αξεσουάρ που πάνω σε άλλον θα έμοιαζαν μεταμφίεση. Πάνω του, όμως, γίνονταν Μαζωνάκης.
Και αυτό έχει τεράστια σημασία. Γιατί style δεν είναι να φοράς εντυπωσιακά ρούχα. Είναι να καταφέρνεις κάποια στιγμή τα ρούχα να αναγνωρίζονται ως δικά σου πριν ακόμη δούμε το πρόσωπό σου. Ο Μαζωνάκης το κατάφερε.
Υπήρξαν εμφανίσεις του που αγαπήθηκαν, άλλες που σχολιάστηκαν μέχρι εξαντλήσεως και αρκετές που αντιμετωπίστηκαν αρχικά με εκείνο το γνωστό ελληνικό "τι φοράει;". Μόνο που, χρόνια αργότερα, πολλές από τις επιλογές που κάποτε φαίνονταν υπερβολικές μοιάζουν σχεδόν αυτονόητες.
Γιατί αυτό συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που προηγούνται αισθητικά της εποχής τους: στην αρχή τους κοιτάς περίεργα, μετά τους αντιγράφεις και στο τέλος ξεχνάς ότι κάποτε εκείνοι ήταν οι περίεργοι.
Έσπασε τον κωδικα του "αρσενικου" λαϊκου ειδωλου
Υπάρχει όμως κάτι σημαντικότερο από τα ίδια τα ρούχα. Ο Μαζωνάκης επέτρεψε στον λαϊκό άνδρα performer να παίξει με την εικόνα του χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί γι’ αυτό.
Σε έναν χώρο που για δεκαετίες είχε χτίσει πολύ συγκεκριμένους κώδικες ανδρισμού, εκείνος μπορούσε να εμφανιστεί ακραία κομψός, camp, θεατρικός, σκοτεινός, σχεδόν ανδρόγυνος ή επιδεικτικά glamorous και λίγα λεπτά αργότερα να τραγουδάει σαν να βρίσκεται μόνος του στις τέσσερις το πρωί σε ένα άδειο μπαρ.
Δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι είναι "άντρας" μέσα από το ντύσιμό του. Δεν χρειαζόταν.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η πραγματική του επιρροή. Δεν έκανε απλώς πιο fashionable την πίστα. Διεύρυνε το τι μπορούσε να είναι ο άνδρας που στεκόταν πάνω της.
Απο την πίστα στο fashion editorial – και πίσω
Ο Γιώργος Μαζωνάκης κατάλαβε επίσης πολύ νωρίς κάτι που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο: ένας pop ή λαϊκός καλλιτέχνης δεν υπάρχει μόνο μέσα από τη φωνή και τα τραγούδια του. Υπάρχει μέσα από ένα ολόκληρο οπτικό σύμπαν.
Φωτογραφίσεις, εξώφυλλα, video clips, αφίσες, σκηνικά, styling, μαλλιά, γυαλιά, κοσμήματα, σώμα, στάση. Όλα ήταν μέρος της ίδιας αφήγησης. Και ο Μαζωνάκης αντιμετώπισε την εικόνα του με τη σοβαρότητα που ένας διεθνής pop star αντιμετωπίζει το visual identity μιας νέας εποχής του.
Μόνο που το έκανε χωρίς να μετατραπεί ποτέ σε κάτι αποστειρωμένο ή απόμακρο. Μπορούσε να μοιάζει σαν να είχε μόλις βγει από τις σελίδες ενός περιοδικού μόδας και ταυτόχρονα να παραμένει το παιδί από τη Νίκαια που τραγουδούσε τον καημό με εκείνη τη χαρακτηριστική λαϊκή φωνή του.
Αυτή η αντίφαση ήταν η δύναμή του.
Το high fashion μπορούσε να συναντήσει το σκυλάδικο. Το avant-garde το ζεϊμπέκικο. Το camp την καψούρα. Το ακριβό ρούχο την αλήθεια της πίστας. Και αντί αυτά τα στοιχεία να αλληλοαναιρούνται, πάνω του δημιουργούσαν κάτι καινούργιο.
Ο stylist μπορεί να σου βρει το ρουχο. Δεν μπορεί να σου μαθει να το φορας
Υπάρχει μια παρεξήγηση όταν μιλάμε για το στιλ ενός καλλιτέχνη. Πίσω από τις μεγάλες εικόνες υπάρχουν φυσικά συνεργάτες, stylists, designers, φωτογράφοι, άνθρωποι που χτίζουν μαζί του ένα αισθητικό σύμπαν. Κανένας καλλιτέχνης αυτού του μεγέθους δεν το κάνει μόνος του.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν ανατίθεται.
Ο στιλίστας μπορεί να σου βρει το ρούχο. Δεν μπορεί να σου δώσει την προσωπικότητα για να το υποστηρίξεις.
Και ο Μαζωνάκης άντεχε το ρούχο. Δεν έμοιαζε να έχει ντυθεί από κάποιον άλλον. Ακόμη και στην πιο ακραία εμφάνισή του, υπήρχε αυτή η παράξενη αίσθηση ότι, ναι, φυσικά αυτό θα φορούσε ο Μαζωνάκης.
Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά fashion victim. Ήταν fashion provocateur. Η μόδα δεν τον κατάπινε. Τη χρησιμοποιούσε για να προκαλεί αντίδραση, να δημιουργεί εικόνες και να μετακινεί κάθε φορά λίγο περισσότερο τα όρια του χαρακτήρα που είχε χτίσει.
Πριν γίνει μοδα να είσαι "διαφορετικος"
Σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο για έναν νέο άνδρα καλλιτέχνη να εμφανιστεί με βαμμένα νύχια, κοσμήματα, oversized κοστούμια, ιδιαίτερες γραμμές ή κομμάτια που παραδοσιακά θα βρίσκονταν στη γυναικεία γκαρνταρόμπα. Η pop κουλτούρα έχει αλλάξει, η μόδα έχει απομακρυνθεί από τους αυστηρούς διαχωρισμούς και τα social media έχουν κάνει την εικόνα σχεδόν εξίσου σημαντική με το ίδιο το τραγούδι.
Ο Μαζωνάκης, όμως, άρχισε να το κάνει όταν όλα αυτά κόστιζαν περισσότερο. Όταν μια τολμηρή εμφάνιση δεν γινόταν απλώς viral για μερικές ώρες, αλλά μπορούσε να σε ακολουθεί για χρόνια ως ανέκδοτο. Όταν η διαφορετικότητα ενός άνδρα στην ελληνική showbiz αντιμετωπιζόταν πολύ πιο εύκολα με χλεύη παρά με θαυμασμό.
Κι εκείνος συνέχισε.
Αυτό είναι που ξεχωρίζει τον πραγματικά stylish άνθρωπο από εκείνον που απλώς ακολουθεί τη μόδα. Ο πρώτος αντέχει να φορέσει κάτι πριν του επιτρέψει η εποχή να το φορέσει.
Δεν ακολουθησε την εικονα του λαϊκου σταρ. Την ξανασχεδίασε
Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένας από τους πιο καλοντυμένους Έλληνες τραγουδιστές. Θα ήταν όμως λίγο. Γιατί η συνεισφορά του δεν βρίσκεται στο αν κάθε outfit ήταν επιτυχημένο – προφανώς και δεν ήταν. Ούτε χρειάζεται να ήταν.
Η ουσία είναι ότι τόλμησε να αποτύχει αισθητικά. Και αυτή είναι πολυτέλεια που επιτρέπουν στον εαυτό τους μόνο όσοι έχουν πραγματικό προσωπικό ύφος. Πειραματίστηκε, υπερέβαλε, άλλαξε, ξαναδοκίμασε. Δεν αναζητούσε διαρκώς την ασφαλή εικόνα που είχε ήδη εγκρίνει το κοινό.
Γι' αυτό και δεν υπήρξε απλώς fashion icon της ελληνικής πίστας. Υπήρξε κάτι πιο ενδιαφέρον: ένας stylish guru της που επανεφηύρε τον σύγχρονο λαϊκό τραγουδιστή.
Μετά τον Μαζωνάκη, ο λαϊκός σταρ μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα από ένα ωραίο κοστούμι και ένα μικρόφωνο. Μπορούσε να είναι fashion obsessive, performer, προβοκάτορας, pop icon, λαϊκός τραγουδιστής και εκκεντρικός δανδής την ίδια ακριβώς στιγμή.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο αποτύπωμα του στιλ του. Όχι ότι μας έκανε να θυμόμαστε τι φορούσε.
Αλλά ότι, μετά από εκείνον, άλλαξε αυτό που περιμέναμε να φοράει ένας λαϊκός τραγουδιστής.