Υπάρχει κάτι βαθιά αρρωστημένο στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε πλέον τους ανθρώπους της τηλεόρασης. Όχι την τηλεόραση ως βιομηχανία. Όχι τα κανάλια ως επιχειρήσεις. Τους ανθρώπους. Τους παρουσιαστές, τους δημοσιογράφους, τους συνεργάτες, τα πρόσωπα που βρίσκονται μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Σαν να μην αρκεί πια να υπάρχουν, να δουλεύουν, να κρίνονται καθημερινά από το κοινό και τα νούμερα. Τον τελευταίο καιρό έχει κάτι και λειτουργούμε σαν να πρέπει υποχρεωτικά να περάσουν και από μια δημόσια διαδικασία βαθμολόγησης, που συνήθως συνοδεύεται από μια τελετουργία αμφισβήτησης και οδηγεί σε έναν διαρκή προθάλαμο καταστροφής που βαφτίζεται "τηλεοπτικό ρεπορτάζ". Λες και η τηλεοπτική πραγματικότητα δεν μπορεί πλέον να υπάρξει χωρίς έναν ένοχο της εβδομάδας, χωρίς ένα πρόσωπο που πρέπει να βρεθεί στο στόχαστρο, χωρίς κάποιον που θα παρουσιαστεί ως ο επόμενος που κινδυνεύει να πέσει από τον γκρεμό.
Το νέο reality της ελληνικής τηλεόρασης: ποιος θα καεί σήμερα;
Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε ένα έργο που επαναλαμβάνεται με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια. Η Ναταλία Γερμανού παρουσιάστηκε ψευδώς περίπου ως μια παρουσιάστρια που κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς εκπομπή, μετά από δέκα χρόνια στην κορυφή. Η Φαίη Σκορδά εμφανίζεται να έρχεται αντιμέτωπη με "εφιάλτες", περικοπές και σκοτεινά σύννεφα πάνω από το μέλλον της. Η Ζήνα Κουτσελίνη μετατράπηκε σε πρωταγωνίστρια ενός ακόμη δράματος, πάντα με φόντο τα πλατό και την πρωινή ζώνη.
Την ίδια στιγμή κυκλοφορούν διαρκώς σενάρια για μειώσεις κόστους στην εκπομπή του Γιώργου Λιάγκα, με τον ίδιο να επιλέγει να τοποθετείται δημόσια για ζητήματα που μέχρι πρότινος αποτελούσαν εσωτερικές συζητήσεις ενός σταθμού. Παρόλο που ο ίδιος ξέρει να το παίζει καλά το παιχνίδι της δημοσιότητας. Την ίδια στιγμή, η ευφυής μετακίνηση της Κατερίνας Καραβάτου από τον ΑΝΤ1 προς την ΕΡΤ αντιμετωπίζεται όχι ως μια επαγγελματική επιλογή, αλλά ως κομμάτι ενός μεγαλύτερου τηλεοπτικού θρίλερ, όπου όλοι φεύγουν, όλοι έρχονται, όλοι απειλούν και όλοι απειλούνται.
Και βέβαια προηγήθηκε ο Κώστας Τσουρός, ο οποίος πέρασε μια ολόκληρη σεζόν ακούγοντας και διαβάζοντας ότι "τελειώνει", ότι "κόβεται", ότι "δεν τον θέλει το κανάλι", λες και κάποιοι είχαν αποφασίσει την αποτυχία του πολύ πριν αποφασίσει ο σταθμός οτιδήποτε. Κάποια στιγμή δεν παρακολουθούσαμε τηλεοπτικό ρεπορτάζ για τον Τσουρό, παρακολουθούσαμε μια δημόσια επιχείρηση φθοράς με εβδομαδιαία επεισόδια.
Αν κάποιος διάβαζε μόνο τους τίτλους και όχι τις ίδιες τις πληροφορίες, θα πίστευε ότι η ελληνική τηλεόραση βρίσκεται ένα βήμα πριν από την ολική κατάρρευση. Ότι οι παρουσιαστές περιφέρονται στους διαδρόμους των καναλιών με μια κούτα στα χέρια περιμένοντας το τέλος. Ότι οι διοικήσεις λειτουργούν υπό καθεστώς συλλογικής υστερίας. Ότι κάθε σύσκεψη είναι πολεμικό συμβούλιο και κάθε συζήτηση για budgets ισοδυναμεί με εκτέλεση στην πλατεία του χωριού.
Ω τι θέαμα, μαμά!
Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα είναι συνήθως πολύ πιο βαρετή από το σενάριο. Τα κανάλια εξετάζουν τα κόστη τους. Οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους εξορθολογισμού. Οι διοικήσεις συζητούν εναλλακτικά πλάνα. Τα συμβόλαια επαναδιαπραγματεύονται. Οι εκπομπές αξιολογούνται. Αυτό δεν είναι είδηση έκτακτης ανάγκης, είναι η κανονικότητα μιας αγοράς που μετασχηματίζεται εδώ και χρόνια. Μόνο που η κανονικότητα δεν πουλάει. Η ψυχραιμία δεν φέρνει συζητήσεις στα πάνελ. Η λογική δεν προκαλεί θόρυβο. Αντίθετα, η ιδέα μιας επικείμενης πτώσης, ενός ξαφνικού τέλους ή μιας θεαματικής ανατροπής εξακολουθεί να είναι το πιο ελκυστικό προϊόν στην αγορά της τηλεοπτικής συζήτησης.
Κάπως έτσι έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου δεν αρκεί να υπάρχει μια πληροφορία. Πρέπει να υπάρχει και αίμα. Δεν αρκεί να εξετάζεται ένα ενδεχόμενο. Πρέπει να παρουσιαστεί σαν προαναγγελία εκτέλεσης. Δεν αρκεί μια σύσκεψη, πρέπει να βαφτιστεί κρίση. Δεν αρκεί μια οικονομική μελέτη, πρέπει να μετατραπεί σε θρίλερ. Δεν αρκεί να αλλάζει ένας προϋπολογισμός. Πρέπει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αλλάζει η ζωή κάποιου. Και κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην υπερβολή χάνεται αυτό που υποτίθεται ότι υπηρετεί η δημοσιογραφία: η αναλογικότητα της πληροφορίας.
Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι ότι βρέθηκαν στο στόχαστρο η Ναταλία Γερμανού, η Φαίη Σκορδά, η Ζήνα Κουτσελίνη, ο Γιώργος Λιάγκας ή ο Κώστας Τσουρός. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι ιστορίες είναι διαφορετικές, αλλά το μοτίβο παραμένει ίδιο. Πάντα υπάρχει ένας άνθρωπος που "κινδυνεύει", μια εκπομπή που "τρίζει", ένα συμβόλαιο που "κρέμεται από μια κλωστή", ένας αντικαταστάτης που "περιμένει στη γωνία". Λες και η τηλεόραση έχει μετατραπεί σε ένα ατελείωτο reality αποχώρησης, όπου κάθε εβδομάδα το κοινό πρέπει να πληροφορείται ποιος είναι ο επόμενος που οδηγείται στην πυρά. Και όσο πιο αναγνωρίσιμο είναι το όνομα, τόσο μεγαλύτερη η απόλαυση της δημόσιας σταύρωσης.
Η καταστροφή πουλάει περισσότερο από την αλήθεια
Για να είμαστε ειλικρινείς, ένα κομμάτι της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας έχει αποκτήσει μια παράξενη ερωτική σχέση με την καταστροφή. Δεν το συγκινεί η επιτυχία. Δεν το ενδιαφέρει η σταθερότητα. Δεν του αρκεί μια πληροφορία. Θέλει το δράμα, την ανασφάλεια, τη μυρωδιά της αποτυχίας. Θέλει να βλέπει ανθρώπους να αμύνονται δημόσια, να διαψεύδουν, να απαντούν, να αγωνιούν. Σαν να μην αρκεί η είδηση. Σαν να χρειάζεται πάντα και ένας μικρός δημόσιος λιθοβολισμός για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη. Και το χειρότερο είναι ότι αυτό το παιχνίδι παίζεται συχνά από ανθρώπους που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πόσο εύθραυστες είναι οι ισορροπίες σε αυτόν τον χώρο. Ξέρουν τι σημαίνει μια φήμη. Ξέρουν τι σημαίνει ένα πρωτοσέλιδο. Ξέρουν τι σημαίνει να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις το όνομά σου να συνοδεύεται από λέξεις όπως "κόβεται", "τελειώνει", "αμφισβητείται", "κινδυνεύει". Κι όμως, επιμένουν να τροφοδοτούν την ίδια μηχανή που υποτίθεται ότι σχολιάζουν.
Υπάρχει μάλιστα μια ακόμη πιο σκοτεινή πλευρά σε αυτή την ιστορία. Πολλοί από εκείνους που εμφανίζονται καθημερινά ως υπερασπιστές της ευαισθησίας, του σεβασμού και της ενσυναίσθησης είναι οι ίδιοι που συμμετέχουν στη δημιουργία αυτού του κλίματος. Θα τους δεις να αγανακτούν για την τοξικότητα των social media και λίγα λεπτά αργότερα να αναλύουν με σχεδόν απολαυστική προσήλωση το υποτιθέμενο τέλος μιας συνεργασίας, την αμφισβήτηση ενός παρουσιαστή ή την επόμενη μεταγραφή που θα προκαλέσει αναταράξεις. Λες και υπάρχει μια ιδιότυπη εξαίρεση: ο σεβασμός ισχύει για όλους, εκτός από τους ανθρώπους της τηλεόρασης.
Ο επόμενος στην πυρά, παρακαλώ
Και κάπου εδώ πρέπει να μπει ένα όριο. Γιατί άλλο πράγμα η πληροφορία και άλλο η δημιουργία κλίματος. Άλλο η αποκάλυψη και άλλο η εμμονή με την καταστροφή. Η δουλειά της δημοσιογραφίας δεν είναι να μυρίζει αίμα ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πληγή. Δεν είναι να μετατρέπει κάθε εσωτερική συζήτηση σε δημόσια κρίση. Δεν είναι να παίρνει μια πιθανότητα και να την παρουσιάζει ως αναπόφευκτη εξέλιξη.
Η πραγματική δύναμη της δημοσιογραφίας δεν βρισκόταν ποτέ στην υπερβολή. Βρισκόταν στην αξιοπιστία. Στην ικανότητα να λες μια αλήθεια χωρίς να τη βιάζεις για να γίνει πιο εμπορική. Στην ικανότητα να αποκαλύπτεις χωρίς να διαλύεις. Να ενημερώνεις χωρίς να ποδοπατάς. Να φωτίζεις χωρίς να καις. Μόνο που αυτά απαιτούν μέτρο, ευθύνη και χαρακτήρα. Και δυστυχώς, σε μια εποχή όπου ο πανικός έχει μετατραπεί σε προϊόν και η υπερβολή σε νόμισμα, το μέτρο μοιάζει να είναι το πρώτο πράγμα που πετάχτηκε από το παράθυρο.
Οι εκπομπές θα αλλάξουν. Τα πρόσωπα θα μετακινηθούν. Τα συμβόλαια θα λήξουν και θα ανανεωθούν. Έτσι λειτουργεί η τηλεόραση από τότε που υπάρχει. Εκείνο που δεν ανανεώνεται τόσο εύκολα είναι η αξιοπιστία. Και όταν χαθεί, καμία "βόμβα", κανένα "σοκ", κανένας "πανικός" και κανένα "αποκλειστικό" δεν αρκούν για να την αγοράσουν πίσω.
Σε κάθε περίπτωση, τα social media μου για κουβεντούλα, ιδέες και προτάσεις είναι στη διάθεσή σας.
http://instagram.com/sirconstantino
https://www.facebook.com/constantinos.antonatos