Αν υπάρχει κάτι που λατρεύει το ελληνικό διαδίκτυο περισσότερο από τα trends, αυτό είναι η δημόσια διαπόμπευση. Όχι η κριτική, όχι η διαφωνία, όχι ο διάλογος. Η διαπόμπευση, ο διασυρμός, ένας αόρατος λιθοβολισμός. Είναι αυτή η "στιγμούλα" όπου ένα πρόσωπο μετατρέπεται ξαφνικά σε συλλογικό στόχο και χιλιάδες άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να αποδείξουν ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας συμμετέχοντας στην καταδίκη του.
Κάπως έτσι ξεκίνησε και η υπόθεση της Λύρας, η οποία μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκε από μια άγνωστη δημιουργό περιεχομένου να αποτελεί το απόλυτο θέμα συζήτησης στα ελληνικά social media. Μη σας τα πολυλέω, όλα ξεκίνησαν από ένα βίντεο στο οποίο εξέφραζε την ενόχλησή της για τα γνωστά κλισέ των άφυλων προσφωνήσεων, των αντιχριστιανικών συνθήματων και τις γνωστές βλακώδεις συμπεριφορές που συνδέονται κατά καιρούς με εκδήλωση Pride και κάθε είδους δικαιωματιστή που σκίζει τα ρούχα του για μια κοινωνική αδικία που εντόπισε και θέλει να πατήσει κάτω ωσάν Γερμανός στρατιώτης του Β' Παγκοσμίου. Η Λύρα στην ουσία σκάλωσε στις αναφορές προς την Παναγία και στη γενικότερη απαξίωση ενός τρόπου ζωής που η ίδια θεωρεί φυσιολογικό, αξιόλογο και γενικώς ελληνικώς νοικοκυρεμένο.
Αυτό που ακολούθησε ήταν απολύτως προβλέψιμο. Και γενικώς θα βαριόμουν, ωσαν άλλη Ντόρα Μπακογιάννη που έλεγε το "παύω να ασχολούμαι", αλλά κοίτα να δεις που το πράγμα μεγάλωσε και δεν μπορώ να ακούω τόσες ηλιθιότητες μαζεμένες στον δημόσιο λόγο. Το βίντεο κόπηκε σε αποσπάσματα, αναδημοσιεύθηκε εκατοντάδες φορές, σχολιάστηκε από influencers, λογαριασμούς σχολιασμού, χρήστες που δεν το είχαν δει ολόκληρο και φυσικά από τους επαγγελματίες αγανακτισμένους του διαδικτύου, οι οποίοι βρίσκονται πάντα σε επιφυλακή αναζητώντας τον επόμενο δημόσιο εχθρό. Πολύ γρήγορα η συζήτηση έπαψε να αφορά αυτά που είπε η Λύρα και μετατράπηκε σε συζήτηση γύρω από το αν η ίδια έπρεπε να θεωρείται αποδεκτή ως δημόσιο πρόσωπο. Και κάπου εκεί φάνηκε για ακόμη μία φορά ότι το ελληνικό διαδίκτυο δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ανταλλαγή επιχειρημάτων. Ενδιαφέρεται για στρατόπεδα. Η μπότα του κατακτητή, που σας έλεγα πιο πάνω. Τι μας θυμίζει αυτό; Ναι βρε, αγαπημένος woke φασισμούλης.
Η κοινή λογική δεν είναι ρητορική μίσους
Το καλύτερο κομμάτι της υπόθεσης ήταν ότι ένα μέρος της κοινωνίας φάνηκε πραγματικά να εξοργίζεται όχι με αυτά που άκουσε η Λύρα, αλλά με το γεγονός ότι τόλμησε να ενοχληθεί. Άκου τώρα πράγματα ρε, έβριζαν την Παναγία με συνθήματα και νευριάσαμε. Μα είμαστε κι εμείς μαλάκες... Και εδώ είναι που αρχίζει το παράλογο. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία ακούμε καθημερινά – και ορθώς – ότι οφείλουμε να σεβόμαστε τις ευαισθησίες των άλλων. Ωραία. Μας εξηγούν ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις λέξεις μας, να αποφεύγουμε εκφράσεις που μπορεί να πληγώσουν ανθρώπους, να αναγνωρίζουμε τα βιώματα και τα τραύματα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Μαζί σας. Εγώ να ξερες τι έχω ακούσει...
Όλα αυτά ακούγονται απολύτως λογικά μέχρι τη στιγμή που ο άνθρωπος που δηλώνει προσβεβλημένος είναι χριστιανός. Τότε ξαφνικά οι κανόνες αλλάζουν.
Εκεί εμφανίζεται μια παράξενη λογική σύμφωνα με την οποία ο πιστός δεν δικαιούται να θίγεται. Οφείλει να ακούει να βρίζεται η Πίστη του και να χαμογελά. Γιατί "έχουν το δικαίωμα". Οφείλει να βλέπει να χλευάζονται τα σύμβολα της πίστης του και να το αντιμετωπίζει περίπου ως ένδειξη προοδευτισμού. Να αποδέχεται , ρε παιδί μου, ότι η δική του ευαισθησία αξίζει λιγότερο από τις ευαισθησίες των άλλων. Γιατί; Επειδή εκείνους δεν τους αποδέχεται η κοινωνία αλλά εμένα σαν χριστιανό ορθόδοξο με κάνει σημαία, οπότε μόκο εγώ, να μιλάνε μόνο οι άλλοι. Πρόκειται για μια εξαιρετικά βολική θεωρία, η οποία καταρρέει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αν αντικαταστήσει κανείς το θρησκευτικό σύμβολο με οποιοδήποτε άλλο σύμβολο ταυτότητας.
Η πραγματικότητα είναι πολύ απλούστερη από όσο προσπαθούν να την παρουσιάσουν οι επαγγελματίες αναλυτές του TikTok. Ένας χριστιανός έχει κάθε δικαίωμα να αισθανθεί προσβεβλημένος όταν ακούει να βρίζεται η Παναγία. Τελεία. Όπως και ένας βουδιστής αν του βρίσεις τον Βούδα. (Η Ζουμπουλία να εμφανιστεί στο εδώλιο, παρακαλώ). Δεν χρειάζεται να απολογηθεί γι’ αυτό ο κριτής. Δεν χρειάζεται να περάσει κάποιο τεστ ιδεολογικής καθαρότητας για να του αναγνωριστεί το δικαίωμα στην ενόχληση. Δεν χρειάζεται καν να πείσει κανέναν ότι έχει δίκιο. Το δικαίωμα στο αίσθημα της προσβολής δεν χορηγείται από τα social media. Υπάρχει από μόνο του.
Το ίδιο ισχύει και για έναν πιο συντηρητικό τρόπο ζωής, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζεται συχνά σαν κάτι μεταξύ κοινωνικού ελαττώματος και πολιτισμικής καθυστέρησης. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να ζουν διαφορετικά, να πιστεύουν διαφορετικά, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους διαφορετικά και να βλέπουν τον κόσμο μέσα από διαφορετικό αξιακό πρίσμα. Δεν είναι όλοι υποχρεωμένοι να συμφωνούν μαζί τους. Αλλά το να παρουσιάζεται κάθε υπεράσπιση αυτής της στάσης ζωής ως ένδειξη μισαλλοδοξίας δείχνει περισσότερο ιδεολογική αλαζονεία παρά προοδευτισμό.
Η περίπτωση του Ορφέα
Μέχρι εκείνο το σημείο, η ιστορία θα μπορούσε να είχε τελειώσει ως μια ακόμη σκληρή διαδικτυακή αντιπαράθεση. Σιγά τα λάχανα. Όμως τα social media έχουν πάψει εδώ και καιρό να αρκούνται στη διαφωνία. Η διαφωνία είναι βαρετή. Αυτό που πραγματικά συναρπάζει το πλήθος είναι η τιμωρία. Έτσι, μόλις εξαντλήθηκε ο πρώτος γύρος της αγανάκτησης απέναντι στη Λύρα, άρχισε η αναζήτηση του επόμενου στόχου.
Και κάπου εκεί εμφανίστηκε ο Ορφέας.
Η περίπτωση του Ορφέα είναι ίσως πιο αποκαλυπτική από την περίπτωση της ίδιας της Λύρας, γιατί δείχνει πώς λειτουργεί πλέον η κουλτούρα της ακύρωσης. Ο Ορφέας δεν βρέθηκε στο επίκεντρο επειδή εξαπέλυσε προσωπικές επιθέσεις. Δεν κατηγορήθηκε ότι εξύβρισε ανθρώπους, ότι απείλησε κάποιον ή ότι προχώρησε σε ακραίες δηλώσεις. Το βασικό του αδίκημα ήταν ότι εξέφρασε συμφωνία με ένα πρόσωπο το οποίο είχε ήδη χαρακτηριστεί προβληματικό από το διαδικτυακό πλήθος.
Και ξαφνικά ξεκίνησε η γνώριμη διαδικασία. Δεν συζητούσαν αν είχε δίκιο ή άδικο. Δεν εξεταζόταν η ουσία της θέσης του. Το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε αμέσως στις συνέπειες. Πρέπει να συνεχίσει να συνεργάζεται με συγκεκριμένα πρότζεκτ; Πρέπει να διατηρήσει τη θέση του; Πρέπει να υπάρξει κάποιο κόστος; Πρέπει να δει το φως του online ήλιου ξανά; Λες και η ύπαρξη μιας διαφορετικής άποψης δεν αρκεί από μόνη της για να προκαλέσει αντιδράσεις. Πρέπει πάντα να συνοδεύεται από μια μορφή παραδειγματικής τιμωρίας.
Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονται πάντα οι γνωστές εταιρικές αποστάσεις, οι δηλώσεις αρχών και οι βαρύγδουπες ανακοινώσεις περί αξιών. Μόνο που συχνά είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς πού τελειώνει η ηθική και πού αρχίζουν οι δημόσιες σχέσεις. Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς: αν δεν υπήρχε διαδικτυακός σάλος, πόσοι από αυτούς που έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν θα είχαν κάνει απολύτως οτιδήποτε; Η απάντηση μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική.
Η αλήθεια είναι ότι στη σύγχρονη οικονομία της προσοχής η πιο ασφαλής επιλογή δεν είναι να υπερασπιστείς κάποιον. Είναι να τον εγκαταλείψεις. Είναι πιο εύκολο να κόψεις μια συνεργασία παρά να εξηγήσεις γιατί επέλεξες να τη διατηρήσεις. Είναι πιο εύκολο να θυσιάσεις ένα πρόσωπο παρά να διαχειριστείς μια καταιγίδα σχολίων. Και έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι πολλές από αυτές τις αποφάσεις δεν λαμβάνονται επειδή κάποιος ξεπέρασε πραγματικά μια κόκκινη γραμμή, αλλά επειδή είναι επικοινωνιακά βολικό να φανεί ότι την ξεπέρασε.
Το πρόβλημα με το cancel culture
Το cancel culture παρουσιάζεται συχνά ως εργαλείο κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην πράξη όμως καταλήγει συχνά να λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής συμμόρφωσης. Μπότα. Δεν σου λέει απλώς ποιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες. Σου υπενθυμίζει διαρκώς ποιες απόψεις είναι ασφαλές να εκφράζεις και ποιες μπορούν να σε βάλουν σε μπελάδες. Δημιουργεί μια κοινωνία στην οποία όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να σωπαίνουν όχι επειδή πείστηκαν ότι έχουν άδικο, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται το κόστος του διασυρμού.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλα. Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο από τη λογοκρισία που επιβάλλει το κράτος. Μπορεί να φθαρεί και από τη λογοκρισία που επιβάλλει το πλήθος. Ο όχλος. Από μια κοινωνία όπου η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως ηθικό παράπτωμα και η δημόσια εξόντωση θεωρείται ένδειξη προόδου.
Η υπόθεση της Λύρας και του Ορφέα θα ξεχαστεί σε λίγες εβδομάδες. Το επόμενο trend θα έρθει, το επόμενο δράμα θα εμφανιστεί και το πλήθος θα μετακινηθεί στον επόμενο στόχο. Αυτό που θα μείνει, όμως, είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που μοιάζει ολοένα και λιγότερο ανεκτική στη διαφορετική άποψη, ακόμη κι όταν διακηρύσσει καθημερινά ότι υπερασπίζεται τη διαφορετικότητα. Και αυτή είναι μια αντίφαση που αξίζει πολύ περισσότερο προβληματισμό από οποιοδήποτε TikTok βίντεο.
Υπάρχει ζωή και μετά απ' το TikTok
Υπάρχει όμως και μια παράμετρος που συνήθως χάνεται μέσα στη λαίλαπα. Παρακολουθώντας την υπόθεση της Λύρας και του Ορφέα αποκλειστικά μέσα από το TikTok, το Instagram και τα υπόλοιπα δίκτυα, θα μπορούσε κανείς να σχηματίσει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια τεράστια κοινωνική σύγκρουση που καθορίζει το μέλλον της χώρας. Ότι συμβαίνει κάτι.
Η πραγματικότητα είναι πολύ λιγότερο θεαματική. Έξω από τον μικρόκοσμο των socialζ, η ελληνική κοινωνία κινείται με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς. Ο περισσότερος κόσμος δεν ξυπνά το πρωί αναρωτώμενος ποιος έκανε like σε ποιο βίντεο και ποιος πρέπει να χάσει τη συνεργασία του επειδή συμφώνησε με μια αμφιλεγόμενη άποψη. Αυτό που συχνά ξεχνούν οι πρωταγωνιστές των διαδικτυακών πολέμων είναι ότι οι αλγόριθμοι δεν είναι κοινωνία. Είναι απλώς αλγόριθμοι.
Το γεγονός ότι ένα συγκεκριμένο περιβάλλον στο TikTok ή στο Instagram λειτουργεί με συγκεκριμένους ιδεολογικούς κώδικες δεν σημαίνει ότι οι ίδιοι κώδικες κυριαρχούν στην πραγματική ζωή.
Αντιθέτως, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας παραμένει αρκετά πιο παραδοσιακό, αρκετά πιο συντηρητικό σε ορισμένα ζητήματα και σίγουρα πολύ λιγότερο πρόθυμο να αποδεχθεί την ιδέα ότι κάθε διαφωνία απέναντι σε ένα κίνημα ή σε μια πολιτική ταυτότητας συνιστά αυτομάτως πράξη μίσους. Η δημόσια εικόνα που δημιουργούν ορισμένες διαδικτυακές κοινότητες απέχει συχνά σημαντικά από τις πραγματικές κοινωνικές ισορροπίες.
Γι' αυτό και η υπόθεση της Λύρας προκάλεσε τέτοια απήχηση. Όχι επειδή όλοι συμφώνησαν μαζί της, αλλά επειδή πολλοί άνθρωποι αναγνώρισαν σε όσα έλεγε κάτι που οι ίδιοι σκέφτονται αλλά δεν έχουν την όρεξη ή ακόμα και τα @@ να το πουν δημόσια.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μειονότητες διεκδικούν ορατότητα και δικαιώματα. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό σε μια δημοκρατία. Και εγώ πρώτος θα λέω πως όλοι είμαστε ίσιοι. Ανάλογα βέβαια πού κλειδώνει καθενός η μοίρα. Ο πρίγκιπας είναι πρίγκιπας, ασχέτως orientation. Εκεί το κάνουμε τουμπεκί γιατί είναι απλά προνομιούχος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα κομμάτι του διαδικτύου θεωρεί ότι οι δικές του πολιτισμικές και ιδεολογικές βεβαιότητες αποτελούν υποχρεωτικά και τις βεβαιότητες της υπόλοιπης κοινωνίας. Όταν η διαφωνία παύει να αντιμετωπίζεται ως φυσιολογικό στοιχείο του διαλόγου και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να τιμωρηθεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ρίζα του φαινομένου που είδαμε να ξεδιπλώνεται τόσο στην περίπτωση της Λύρας όσο και στην περίπτωση του Ορφέα.
Στο τέλος, η Λύρα δεν δικάστηκε επειδή μίλησε και ο Ορφέας δεν ακυρώθηκε επειδή συμφώνησε. Δικάστηκαν και οι δύο επειδή θύμισαν σε μια θορυβώδη μειοψηφία ότι η πραγματική κοινωνία μπορεί και να γράφει αυτά που λένε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Κι αυτό πάντα θα ενοχλεί. Γιατί όντως για κάποια θέματα δεν πιάνει το μελάνι. Και καλά κάνει.

Σε κάθε περίπτωση, τα social media μου για κουβεντούλα, ιδέες και προτάσεις είναι στη διάθεσή σας.
http://instagram.com/sirconstantino
https://www.facebook.com/constantinos.antonatos
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις από την εγχώρια και διεθνή showbiz στο yupiii.gr